Τι είναι η ελκώδης κολίτιδα;

Η ελκώδης κολίτιδα είναι μια σχετικά σπάνια ασθένεια με συχνότητα εμφάνισης 5 ασθενών ανά 100.000 πληθυσμού. Ανήκει στις ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου και προσβάλλει με την ίδια συχνότητα άνδρες και γυναίκες οιασδήποτε ηλικίας, εμφανίζεται, όμως, συχνότερα σε ηλικίες μεταξύ 20 και 50 ετών. Η αιτιολογία της δεν είναι γνωστή, παρόλο που υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Δεν είναι μεταδοτική ή κληρονομική ασθένεια, αλλά σπάνια είναι δυνατόν να πάσχουν σε μια οικογένεια περισσότερα από ένα μέλη. Επιπλέον, δεν έχει αποδεδειχθεί συσχέτισή της με διατροφικούς παράγοντες.

 

Πώς προσβάλλεται το έντερο στην ελκώδη κολίτιδα;

Όπως αναφέρει και ο ορισμός, μόνο το παχύ έντερο (κόλον) πάσχει από τη νόσο. Η φλεγμονή ξεκινά από τον πρωκτό και μπορεί να καταλαμβάνει οποιαδήποτε απόσταση μέχρι το τυφλό, το πρώτο δηλαδή τμήμα του παχέος εντέρου. Αν η νόσος αφορά μόνο τον πρωκτό, τότε ονομάζεται ελκώδης πρωκτίτιδα, ενώ αν καταλαμβάνει όλο το κόλον μέχρι και το τυφλό, ονομάζεται ελκώδης πανκολίτιδα. Η νόσος κάνει το έντερο να μοιάζει ότι έχει έγκαυμα στην εσωτερική του επιφάνεια, τον βλεννογόνο, με σχηματισμό ελκών και αιμορραγία. Μερικές φορές, για άγνωστο λόγο, συνυπάρχει με ασθένειες εκτός εντέρου, όπως η σκληρυντική χολαγγειίτιδα (νόσος του ήπατος), ιριδίτιδα (νόσος του οφθαλμού) ή γαγγραινώδες πυόδερμα (νόσος του δέρματος). Η ελκώδης κολίτιδα είναι προκαρκινική κατάσταση και η πιθανότητα εμφάνισης κακοήθειας αυξάνει όσο περισσότερο αυξάνει η διάρκεια της νόσου.

 

Ποια είναι τα συμπτώματα της ελκώδους κολίτιδας;

Παροδικά ή συνεχή επεισόδια διάρροιας με αίμα και βλέννη είναι το κύριο σύμπτωμα της νόσου. Μπορεί να εμφανίζεται και σαν έντονη ανάγκη για αφόδευση με κράμπες και πόνο στην κοιλιά, κάτω από τον ομφαλό. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να είναι από πολύ ήπια έως πολύ έντονα, πχ ανάγκη για αφόδευση μέχρι και 30 φορές την ημέρα, με ανάλογη την εικόνα του ασθενούς από φυσιολογική έως εικόνα βαρέως πάσχοντος.

 

Πώς γίνεται η διάγνωση της νόσου;

Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό του ασθενούς, στην κλινική του εικόνα και στην κολονοσκόπηση με τα αποτελέσματα της ιστολογικής εξέτασης τεμαχίων πασχόντων περιοχών του εντέρου. Αν η νόσος διαγνωστεί σε πολύ αρχικό στάδιο μπορεί να ληφθεί εσφαλμένα ως άλλη φλεγμονώδης νόσος. Δεν υπάρχουν αιματολογικές εξετάσεις διαγνωστικές για την ελκώδη κολίτιδα.

 

Ποια είναι η θεραπεία της ελκώδους κολίτιδας;

Υπάρχουν σήμερα διάφορα φάρμακα που είναι πολύ αποτελεσματικά στην καταστολή της φλεγμονώδους κατάστασης που προκαλεί η νόσος στο έντερο και σε συνδυασμό με ειδική δίαιτα ελέγχουν την εκδήλωση της νόσου. Δυστυχώς δεν υπάρχει άλλη θεραπεία παρά η χειρουργική αφαίρεση όλου του παχέος εντέρου και αυτό πολλές φορές κρίνεται αναγκαίο όταν ασθενής με ελκώδη κολίτιδα υποβληθεί σε τακτική κολονοσκόπηση και η βιοψία δείξει εστία δυσπλασίας, δηλαδή περιοχής που μπορεί να εξαλλαγεί σε καρκίνο.

 

Πότε άλλοτε χρειάζεται χειρουργική επέμβαση;

Η χειρουργική αντιμετώπιση είναι απαραίτητη όταν η νόσος δεν ανταποκρίνεται πλέον στη φαρμακευτική αγωγή ή αν εμφανιστούς επιπλοκές όπως η αιμορραγία.

 

Ποια είναι η χειρουργική αντιμετώπιση της ελκώδους κολίτιδας;

Ο στόχος είναι η αφαίρεση όλου του παχέος εντέρου και αυτό μπορεί να γίνει σε ένα ή περισσότερα στάδια. Υπάρχουν δύο επιλογές μετά από την ολική κολεκτομή. Μία επιλογή είναι η εκστόμωση στο πλάγιο κοιλιακό τοίχωμα (παρά φύση έδρα) του τελικού τμήματος του λεπτού εντέρου. Κατά την δεύτερη, που είναι και πιο πολύπλοκη και δεν ενδείκνυται για όλους τους ασθενείς, διατηρείται ο σφιγκτήρας του ορθού και το λεπτό έντερο καταλήγει και εκστομώνεται στον πρωκτό. Κατά την επέμβαση αυτή, που καλείται και «J-pouch» διατηρείται ο έλεγχος των κενώσεων σε σχετικά φυσιολογικό επίπεδο, αν και οι κενώσεις καθημερινά είναι περισσότερες και πιο υδαρείς. Την απόφαση για το αν και πότε είναι αναγκαίο το χειρουργείο καθώς και το είδος της επέμβασης την λαμβάνει ο θεράπων Ιατρός με τον ασθενή, η δε χειρουργική ομάδα που θα αναλάβει να τη φέρει σε πέρας πρέπει να έχει την κατάλληλη εμπειρία και υποδομή.

 

Τι περιμένουμε μετά το χειρουργείο;

Η αφαίρεση του πάσχοντος εντέρου σημαίνει πλήρη ίαση της νόσου χωρίς την ανάγκη λήψης περεταίρω αγωγής και εξάλειψη της πιθανότητας εμφάνισης καρκίνου. Αν επιλέχθηκε η χειρουργική λύση της ειλεοστομίας, μετά το χειρουργείο ο ασθενής επιστρέφει στην φυσιολογική του δραστηριότητα με μόνο περιορισμό ότι συνεπάγεται η περιποίηση της περιοχής της «παρά φύσει έδρας». Ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αποκατάσταση με «J-pouch» ενεργούνται από την φυσιολογική οδό, αλλά τα λειτουργικά αποτελέσματα διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή.